πώρωσις

πώρωσις
-ώσεως, ἡ, Α [πωρῶ (II)]
(κατά το λεξ. Σούδα) «τύφλωσις».

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • πώρωσις — process by which the extremities of fractured bones are reunited by a callus fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πωρώσει — πώρωσις process by which the extremities of fractured bones are reunited by a callus fem nom/voc/acc dual (attic epic) πωρώσεϊ , πώρωσις process by which the extremities of fractured bones are reunited by a callus fem dat sg (epic) πώρωσις… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πωρώσεις — πώρωσις process by which the extremities of fractured bones are reunited by a callus fem nom/voc pl (attic epic) πώρωσις process by which the extremities of fractured bones are reunited by a callus fem nom/acc pl (attic) πωρόω petrify aor subj… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πωρώσεσι — πώρωσις process by which the extremities of fractured bones are reunited by a callus fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πωρώσεσιν — πώρωσις process by which the extremities of fractured bones are reunited by a callus fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πωρώσιες — πώρωσις process by which the extremities of fractured bones are reunited by a callus fem nom/voc pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πωρώσιος — πώρωσις process by which the extremities of fractured bones are reunited by a callus fem gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πώρωσιν — πώρωσις process by which the extremities of fractured bones are reunited by a callus fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πώρωση — η / πώρωσις, ώσεως, ΝΑ [πωρῶ, ώνω] 1. απολίθωση 2. συγκόλληση και θεραπεία κατάγματος ενός οστού με τον σχηματισμό οστέινου πώρου 3. μτφ. πλήρης ηθική αναισθησία, ασυνειδησία αρχ. (κατά τον Ησύχ.) «ἐξ ὀστέων σύμφυσις καὶ σύνδεσμος» …   Dictionary of Greek

  • υπερπώρωσις — ώσεως, ἡ, Α ιατρ. υπερσάρκωση. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + πώρωσις «συγκόλληση κατάγματος ενός οστού με τον σχηματισμό οστέινου πώρου» (< πωρῶ / ώνω)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”